Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κουκούτσι τα κουκούτσια
      γενική του κουκουτσιού των κουκουτσιών
    αιτιατική το κουκούτσι τα κουκούτσια
     κλητική κουκούτσι κουκούτσια
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κουκούτσι < μεσαιωνική ελληνική κουκούτσιν < ιταλική cucuzza (κολοκύθι) (από τους σπόρους της κολοκυθιάς)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κουκούτσι ουδέτερο

  1. το σπέρμα με το περίβλημά του που βρίσκεται στο εσωτερικό του καρπό φυτού με σαρκώδη καρπό

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία