Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εν αποστρατεία, εμπρόθετο με δοτική της καθομιλούμενης. Βλέπε εν και αποστρατεία.

  ΈκφρασηΕπεξεργασία

εν αποστρατεία

  • σε αποστρατεία, απόστρατος
    συνταγματάρχης εν αποστρατεία,

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία