Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εν ριπή οφθαλμού < → δείτε τις λέξεις: ριπή και οφθαλμός

  ΈκφρασηΕπεξεργασία

εν ριπή οφθαλμού

  1. (μεταφορικά) πάρα πολύ γρήγορα, σε ελάχιστο χρόνο