Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ριπή οι ριπές
      γενική της ριπής των ριπών
    αιτιατική τη ριπή τις ριπές
     κλητική ριπή ριπές
όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ριπή < αρχαία ελληνική ῥιπή
(βολές πυροβόλου) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική rafale[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɾiˈpi/
συλλαβισμός: ρι‐πή

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ριπή θηλυκό

  1. βίαιη, σφοδρή κίνηση (συνήθως του ανέμου)
  2. σύνολο από διαδοχικές βολές πυροβόλου όπλου που εκτελούνται με μεγάλη ταχύτητα

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία