Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ενταύθα < αρχαία ελληνική ἐνταῦθα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɛn.ˈdaf.θa/

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

ενταύθα

  1. εδώ, σε αυτό το μέρος

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • χρησιμοποιείται κυρίως σε διευθύνσεις για να προσδιορίσει την ίδια πόλη με του αποστολέα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία