Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μερισμός οι μερισμοί
      γενική του μερισμού των μερισμών
    αιτιατική τον μερισμό τους μερισμούς
     κλητική μερισμέ μερισμοί
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μερισμός < αρχαία ελληνική μερισμός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /mɛ.ɾiz.ˈmɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μερισμός αρσενικό

  1. η διαίρεση, ο χωρισμός μιας ποσότητας σε περισσότερα του ενός μέρη συνήθως με βάση κάποια αναλογία
  2. (αριθμητική) θεματική ενότητα της πρακτικής αριθμητικής που ασχολείται με το μοίρασμα διάφορων ποσοτήτων, κυρίως οικονομικών, σε μέρη ανάλογα κάποιων δοθέντων αριθμών

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία