Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

παραμερίζω < μεσαιωνική ελληνική παραμερίζω

Παρά + μέριμνα

  ΡήμαΕπεξεργασία

παραμερίζω

  1. (μεταβατικό) βάζω κάτι στην άκρη, στο πλάι, παράμερα
  2. (μεταβατικό) (μεταφορικά) αποδέχομαι κάτι ως μη σημαντικό και το παραβλέπω
  3. (μεταβατικό) (μεταφορικά) (κατ' επέκταση) υποσκελίζω, παραγκωνίζω
  4. (αμετάβατο) πηγαίνω ο ίδιος στην άκρη, στο πλάι

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία