Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

υποσκελίζω < υπό + σκέλος

  ΡήμαΕπεξεργασία

υποσκελίζω

  1. παραγκωνίζω, παίρνω τη θέση κάποιου με αθέμιτα μέσα
  2. (αντικειμενοστρεφής προγραμματισμός) βλ. συνώνυμο: επικαλύπτω μέθοδο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία