Δείτε επίσης: σκέλλω

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκέλος < αρχαία ελληνική σκέλος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σκέλος ουδέτερο

  1. (λόγιο) καθένα από τα δύο κάτω άκρα δίποδου ή τα πίσω άκρα τετράποδου
  2. (μεταφορικά) κάθε τι που μοιάζει με πόδι
  3. (γενικότερα) το καθένα από όμοια ή παρόμοια πράγματα και ειδικότερα όταν πρόκειται για δύο
    το δεύτερο σκέλος της εξισώσεως περιλαμβάνει μόνο τον άγνωστο χι
    • τμήμα κοινού εννοιοσυνόλου (- αντικειμένου) μαζί με άλλα συστατικά, όμως χωρικά ή νοερά ξεχωριστό (μερικώς ή πλήρως διαχωρισμένο)
      ο υπερχιασματικός πυρήνας αποτελείται από δύο σκέλη

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • για τα άκρα ανθρώπου ή ζώου χρησιμοποιείται και ο πληθυντικός σκέλια

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκέλος < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σκέλος ουδέτερο

  ΠηγέςΕπεξεργασία