Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

κυρτός < αρχαία ελληνική κυρτός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κυρτός

  1. που έχει γύρει
  2. που η επιφάνειά του είναι καμπύλη και το κεντρικό του σημείο μπορεί να έρθει σε επαφή με επίπεδη επιφάνεια
  3. (μαθηματικά) σχήμα του οποίου οποιαδήποτε δύο σημεία του μπορούν να ενωθούν με ευθύγραμμο τμήμα το οποίο να περιλαμβάνεται μέσα στο σχήμα
    όλα τα τρίγωνα είναι κυρτά

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κυρτός

  1. καμπυλωτός, τοξωτός, αψιδωτός, λέγεται για κύμα που ξεσπά