Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πλάι < πλάγιν < αρχαία ελληνική πλάγιον (ουδέτερο του επιθ. πλάγιος)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πλάι ουδέτερο άκλιτο

  1. η αριστερή ή δεξιά πλευρά ενός πράγματος σε αντίθεση με την εμπρόσθια ή την οπίσθια
  2. στο πλάι κάποιου: δίπλα του και υποστηρίζοντάς τον

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

  1. (τοπικά) παραπλεύρως, δίπλα, κολλητά
    Τα θρανία τους είναι πλάι-πλάι
    Κάτσε πλάι μου
  2. δίπλα (με την μεταφορική έννοια της υποστήριξης )
    "Θα σταθούμε πλάι σου ό,τι και να γίνει"
    Θα τα καταφέρουμε αν μείνουμε ο ένας πλάι στον άλλο"
  3. συγκριτικά με
    "Δεν είναι πολύ ψηλός, αλλά πλάι στον αδελφό του μοιάζει γίγαντας"

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία