Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

πλάγια

  1. θηλυκό του πλάγιος, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού
    λόγιο: πλαγία
  2. ουδέτερο του πλάγιος, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πλάγια ουδέτερο στον πληθυντικό, ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο

  1. το πλαϊνό μέρος, το πλάι
    τον χτύπησε στα πλάγια

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

του το έφερε πλάγια, με τρόπο, για να μην έρθουν σε αντιπαράθεση

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία