Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τόκα οι τόκες
      γενική της τόκας των (τοκών)
    αιτιατική την τόκα τις τόκες
     κλητική τόκα τόκες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  1. τόκα (ουσιαστικό) < τουρκική toka
  2. τόκα (επιφώνημα) < ιταλική tocca, προστακτική τού toccare

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τόκα θηλυκό

  ΕπιφώνημαΕπεξεργασία

τόκα

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία