Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πόρπη < αρχαία ελληνική πόρπη < πείρω
 
Βοιωτική πόρπη (2) με γοργόνειο, του 6ου αι. π.Χ., Λούβρο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πόρπη θηλυκό

  1. η αγκράφα της ζώνης για τη μέση, κυρίως η πολυτελής που είναι από μόνη της κόσμημα
  2. (αρχαιολογία) το κόσμημα με το οποίο συγκρατούσαν στους ώμους τον πέπλο και τον χιτώνα
     συνώνυμα: περόνη
  3. καρφίτσα για τα μαλλιά


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία