Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

περόνη < αρχαία ελληνική περόνη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

περόνη θηλυκό

  1. (ανατομία) μακρύ οστό της κνήμης, προς την έξω πλευρά
    η κνήμη και η περόνη είναι τα κόκαλα της γάμπας
  2. καρφίτσα, ιδιαίτερα αυτή που συνδέει δύο τμήματα ενός ενδύματος μεταξύ τους
  3. εξάρτημα σε σχήμα καρφιού, το οποίο, όταν μπει στη θέση του, συνδέει δύο διαφορετικά τμήματα ενός μηχανισμού και/ή τον ασφαλίζει
    τράβηξε την περόνη της χειροβομβίδας και την πέταξε

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

περόνη < πείρω, τρυπώ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

περόνη θηλυκό

  1. βελόνα, καρφί
  2. οξύ άκρο σε αντικείμενο
  3. (ειδικότερα) η περόνη στην πόρπη που συγκρατούσε το ένδυμα στους ώμους