Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

past (en)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

past (en)

  ΠρόθεσηΕπεξεργασία

past (en)

  • μετά από ένα χρονικό σημείο
five past ten, it's past noon
  • δίπλα από, από την άλλη πλευρά
the building past the road

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

past (en)

  • (μετά από ρήμα κίνησης) από δίπλα
A whole month went past



Σλοβενικά (sl) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

past (sl)



Τσεχικά (cs)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

past (cs) θηλυκό

  1. η παγίδα