Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικού 1Επεξεργασία

αγωγών αρσενικό

  1. αγωγός, στη γενική του πληθυντικού

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικού 2Επεξεργασία

αγωγών θηλυκό

  1. αγωγή, στη γενική του πληθυντικού