Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διαγωγή διαγωγές
γενική διαγωγής διαγωγών
αιτιατική διαγωγή διαγωγές
κλητική διαγωγή διαγωγές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διαγωγή < αρχαία ελληνική διαγωγή < διάγω < διά + ἄγω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

διαγωγή θηλυκό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διαγωγή < διάγω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

διαγωγή θηλυκό

  1. η μεταβίβαση, η μεταφορά
  2. η διασκέδαση
  3. ο τρόπος ζωής
  4. (μεταφορικά) η διαπαιδαγώγηση, η καθοδήγηση