Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η καθοδήγηση οι καθοδηγήσεις
      γενική της καθοδήγησης* των καθοδηγήσεων
    αιτιατική την καθοδήγηση τις καθοδηγήσεις
     κλητική καθοδήγηση καθοδηγήσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, καθοδηγήσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καθοδήγηση < (ελληνιστική κοινή) καθοδήγησις

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ka.θoˈði.ʝi.si/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

καθοδήγηση θηλυκό

  1. το να δίνει κάποιος οδηγίες, συμβουλές σε κάποιο άλλο άτομο
  2. το κομματικό στέλεχος ή όργανο που καθοδηγεί μια κομματική οργάνωση ενός κόμματος (η χρήση του όρου ξεκίνησε από τα κομμουνιστικά κόμματα, επεκτάθηκε όμως αργότερα και σε κόμματα ενός ευρύτερου φάσματος)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία