Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

καθοδηγήσεις

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθοδηγώ
  2. θα καθοδηγήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καθοδηγώ

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

καθοδηγήσεις θηλυκό

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθοδήγηση