Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

πλην < αρχαία ελληνική πλήν

  ΠρόθεσηΕπεξεργασία

πλην

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία