Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

außer 

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

außer (de)

  1. έξω από
  2. εκτός
    außer ihm ist noch keiner fertig - κανείς δεν είναι έτοιμος εκτός από αυτόν

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • ich bin außer mir - είμαι εκτός εαυτού