Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η συμβολή οι συμβολές
      γενική της συμβολής των συμβολών
    αιτιατική τη συμβολή τις συμβολές
     κλητική συμβολή συμβολές
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συμβολή < αρχαία ελληνική συμβολή

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συμβολή θηλυκό

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του συμβάλλω, το πνευματικό ή υλικό έργο που κάποιος έκανε στα πλαίσια μιας κοινής ενέργειας ή προσπάθειας
     συνώνυμα: συνεισφορά
  2. το σημείο που συναντιούνται και ενώνονται δύο ή περισσότεροι δρόμοι, ποτάμια, αρτηρίες κλπ.
     συνώνυμα: διασταύρωση


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συμβολή < → λείπει η ετυμολογία

Συν + βολω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

συμβολή θηλυκό

  1. η συνάντηση
  2. η συναρμολόγηση
  3. (για τα οστά) η άρθρωση
  4. ο ρεφενές
  5. (μεταφορικά) η μάχη