Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η συμπλοκή οι συμπλοκές
      γενική της συμπλοκής των συμπλοκών
    αιτιατική τη συμπλοκή τις συμπλοκές
     κλητική συμπλοκή συμπλοκές
όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ποινικό δίκαιο: φιλονικία μεταξύ περισσότερων των δύο προσώπων,που εκτρέπεται σε αμοιβαίες βιαιοπραγίες κατά του σώματος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συμπλοκή θηλυκό

  1. καυγάς και συνήθως ξυλοδαρμοί
  2. μικρή απρογραμμάτιστη μάχη
  3. σύμπλεξη


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία