Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το συμφωνητικό τα συμφωνητικά
      γενική του συμφωνητικού των συμφωνητικών
    αιτιατική το συμφωνητικό τα συμφωνητικά
     κλητική συμφωνητικό συμφωνητικά
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συμφωνητικό < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συμφωνητικό ουδέτερο

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία