Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική συμβαλλόμενος συμβαλλόμενη συμβαλλόμενο
γενική συμβαλλόμενου συμβαλλόμενης συμβαλλόμενου
αιτιατική συμβαλλόμενο συμβαλλόμενη συμβαλλόμενο
κλητική συμβαλλόμενε συμβαλλόμενη συμβαλλόμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συμβαλλόμενοι συμβαλλόμενες συμβαλλόμενα
γενική συμβαλλόμενων συμβαλλόμενων συμβαλλόμενων
αιτιατική συμβαλλόμενους συμβαλλόμενες συμβαλλόμενα
κλητική συμβαλλόμενοι συμβαλλόμενες συμβαλλόμενα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συμβαλλόμενος < μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος συμβάλλομαι

  ΜετοχήΕπεξεργασία

συμβαλλόμενος, -η, -ο (θηλυκό: συμβαλλόμενη και συμβαλλομένη)

  1. ένας από δύο οι περισσότερους (συνήθως άτομα ή φυσικά πρόσωπα ή και εταιρείες) που συμφωνούν σε κάτι
    Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν το συμφωνητικό να έχει τριετή διάρκεια


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία