Άνοιγμα κυρίου μενού
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : νᾶνος

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νάνος νάνοι
γενική νάνου νάνων
αιτιατική νάνο νάνους
κλητική νάνε νάνοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νάνος < αρχαία ελληνική νᾶνος < ηχομιμητική λέξη[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈna.nɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

νάνος αρσενικό

  1. (ιατρική) άνθρωπος πολύ κοντός και μικρόσωμος σε σχέση με άλλα άτομα της ηλικίας του
  2. (μεταφορικά) (μειωτικά) άτομο ανάξιο κι ασήμαντο στον τομέα στον οποία ανήκει
  3. (βοτανική) φυτό με διαστάσεις πολύ μικρότερες από το συνηθισμένο
  4. (ζωολογία) ζώο μικρού σώματος που χρησιμοποιείται κυρίως ως πειραματόζωο
  5. (αστρονομία) λευκός ή άσπρος νάνος: αστέρας με σχετικά μικρό μέγεθος, αποτέλεσμα της έκρηξης αστέρα με μάζα λιγότερη από το οκταπλάσιο της μάζας του Ήλιου
  6. πλάσμα της φαντασίας που, υποτίθεται, ζει στα δάση, στα βουνά ή σε στοές κι έχει ιδιαίτερες τεχνικές ικανότητες, κυρίως, στην ξυλουργία και τη μεταλλουργία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  1. Beekes, Robert (2010). Etymological Dictionary of Greek. Leiden: Brill.