Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική νανόσωμος νανόσωμη νανόσωμο
γενική νανόσωμου νανόσωμης νανόσωμου
αιτιατική νανόσωμο νανόσωμη νανόσωμο
κλητική νανόσωμε νανόσωμη νανόσωμο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική νανόσωμοι νανόσωμες νανόσωμα
γενική νανόσωμων νανόσωμων νανόσωμων
αιτιατική νανόσωμους νανόσωμες νανόσωμα
κλητική νανόσωμοι νανόσωμες νανόσωμα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νανόσωμος < νάνος+σώμα

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

νανόσωμος

  1. που το σώμα του είναι σαν του νάνου

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία