Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φαντασία φαντασίες
γενική φαντασίας φαντασιών
αιτιατική φαντασία φαντασίες
κλητική φαντασία φαντασίες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φαντασία <
  1. αρχαία ελληνική φαντασία
  2. λόγιο ενδογενές δάνειο: γερμανική Phantasie

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φαντασία θηλυκό

  1. (ψυχολογία) η ψυχική ικανότητα της αναπαράστασης γεγονότων ή πραγμάτων
  2. (μειωτικά) κάτι που δεν είναι πραγματικό αλλά έχει αναπαραχθεί στο μυαλό κάποιου
    αυτά έγιναν μόνο στη φαντασία του
  3. (μεταφορικά) έπαρση
  4. (μουσική) μουσική σύνθεση με ελεύθερη, μουσικά, μορφή

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φαντασία < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φαντασία θηλυκό

  1. εμφάνιση, εξωτερική όψη
  2. (φιλοσοφία) η δύναμη μέσω της οποίας κάποια έννοια γίνεται φανερή στο νου