Δείτε επίσης: μέτρο, -μετρος

Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το -μετρο τα -μετρα
      γενική του -μετρου των -μετρων
    αιτιατική το -μετρο τα -μετρα
     κλητική -μετρο -μετρα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-μετρο < (ελληνιστική κοινή-μετρον < αρχαία ελληνική -μετρος < μέτρον < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *meh₁- (μετρώ)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /me.tɾo/

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-μετρο

  1. β’ συνθετικό με το οποίο δηλώνεται το όργανο ή η συσκευή που χρησιμοποιούμε για να μετρήσουμε ό,τι δηλώνει το α’ συνθετικό
    πυκνόμετρο
  2. β’ συνθετικό με το οποίο δηλώνεται το πολλαπλάσιο ή υποπολλαπλάσιο του μέτρου
    χιλιόμετρο

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία