Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το υποπολλαπλάσιο τα υποπολλαπλάσια
      γενική του υποπολλαπλασίου των υποπολλαπλασίων
    αιτιατική το υποπολλαπλάσιο τα υποπολλαπλάσια
     κλητική υποπολλαπλάσιο υποπολλαπλάσια
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υποπολλαπλάσιο < υποπολλαπλάσιος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υποπολλαπλάσιο ουδέτερο

  1. (μαθηματικά) το πηλίκο της διαίρεσης ενός αριθμού με κάποιον από τους διαιρέτες του

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία