Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το υποπολλαπλάσιο τα υποπολλαπλάσια
      γενική του υποπολλαπλασίου
υποπολλαπλάσιου
των υποπολλαπλασίων
    αιτιατική το υποπολλαπλάσιο τα υποπολλαπλάσια
     κλητική υποπολλαπλάσιο υποπολλαπλάσια
όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υποπολλαπλάσιο < υποπολλαπλάσιος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υποπολλαπλάσιο ουδέτερο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία