Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υποπολλαπλάσιος < ελληνιστική κοινή ὑποπολλαπλάσιος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

υποπολλαπλάσιος, -α, -ο

  1. (μαθηματικά) το πηλίκο της διαίρεσης ενός αριθμού με κάποιον από τους διαιρέτες του
  2. (μαθηματικά) ακέραιος διαιρέτης φυσικού αριθμού

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία