Νέα ελληνικά (el) επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο υποπολλαπλάσιος η υποπολλαπλάσια το υποπολλαπλάσιο
      γενική του υποπολλαπλάσιου της υποπολλαπλάσιας του υποπολλαπλάσιου
    αιτιατική τον υποπολλαπλάσιο την υποπολλαπλάσια το υποπολλαπλάσιο
     κλητική υποπολλαπλάσιε υποπολλαπλάσια υποπολλαπλάσιο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι υποπολλαπλάσιοι οι υποπολλαπλάσιες τα υποπολλαπλάσια
      γενική των υποπολλαπλάσιων των υποπολλαπλάσιων των υποπολλαπλάσιων
    αιτιατική τους υποπολλαπλάσιους τις υποπολλαπλάσιες τα υποπολλαπλάσια
     κλητική υποπολλαπλάσιοι υποπολλαπλάσιες υποπολλαπλάσια
ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «θαυμάσιος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία επεξεργασία

υποπολλαπλάσιος < (ελληνιστική κοινή) ὑποπολλαπλάσιος, μορφολογικά αναλύεται σε υπο- + πολλαπλάσιος

  Επίθετο επεξεργασία

υποπολλαπλάσιος, -α, -ο

  1. (μαθηματικά) το πηλίκο της διαίρεσης ενός αριθμού με κάποιον από τους διαιρέτες του
  2. (μαθηματικά) ακέραιος διαιρέτης φυσικού αριθμού
  3. που είναι πολλές φορές μικρότερος από άλλους

Αντώνυμα επεξεργασία

Συγγενικά επεξεργασία

  Μεταφράσεις επεξεργασία