Δείτε επίσης: Τροχαία

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική τροχαίος τροχαία τροχαίο
γενική τροχαίου τροχαίας τροχαίου
αιτιατική τροχαίο τροχαία τροχαίο
κλητική τροχαίε τροχαία τροχαίο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τροχαίοι τροχαίες τροχαία
γενική τροχαίων τροχαίων τροχαίων
αιτιατική τροχαίους τροχαίες τροχαία
κλητική τροχαίοι τροχαίες τροχαία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τροχαίος < ελληνιστική κοινή τροχαῖος (που τρέχει) < τρόχος < τρέχω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

τροχαίος, -α, -ο

  1. που αναφέρεται, αφορά ή είναι σχετικός με την κίνηση των τροχοφόρων στους δημόσιους χώρους
    το αρσενικό ως ουσιατικό: ο τροχαίος
    το θηλυκό ως κύριο όνομα: η Τροχαία
  2. (μετρική) μετρικός πόδας με δύο συλλαβές: τονισμένη - άτονη (—‿)
    Σε γνω | ρί-ζω‿α | πό την | κό-ψη (τροχαϊκό μέτρο στον Εθνικό Ύμνο του Σολωμού)
  3. (αρχαία ελληνική μετρική) εναλλαγή μακρόχρονης- βραχύχρονης συλλαβής (—‿)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τροχαίος αρσενικό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία