Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τροχός τροχοί
γενική τροχού τροχών
αιτιατική τροχό τροχούς
κλητική τροχέ τροχοί

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τροχός < αρχαία ελληνική τροχός < τρέχω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /tɾɔ.ˈxɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τροχός

  1. κυκλικό όργανο (ελαστικό, ξύλινο, μεταλλικό ή πλαστικό) που διαθέτει κεντρικό άξονα γυρω από τον οποίο περιστρέφεται και κινείται, μεταδίδοντας τη δική του κίνηση και σε άλλο αντικείμενο ή μηχανισμό
  2. ρόδα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • θα γυρίσει ο τροχός, θα γελάσει/χορτάσει κι ο φτωχός (έχει ο καιρός γυρίσματα, θα αλλάξουν τα πράγματα)
  • Τροχός τ' ανθρώπινα (έχει ο καιρός γυρίσματα)
  • ο τελευταίος (ο πέμπτος) τροχός της αμάξης ( ο ασήμαντος παράγοντας)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τροχός < τρέχω
 
Τροχος από κορμό δέντρου

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τροχός αρσενικό

  1. ο τροχός της άμαξας
    γῆ ἐπημαξευμένη τροχοῖσιν
  2. ο μηχανικός τροχός
    τροχός τῆς μηχανῆς (για άντληση νερού, για την εμφάνιση του από μηχανής θεού στο θέατρο, για το τρόχισμα όπλων-εργαλείων, για τον τροχό του κεραμέα)
  3. κύκλος
  4. ο τροχός βασανισμού (ελληνιστικό)
    ἐπὶ τοῦ τροχοῦ στρεβλοῦσθαι

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • τροχὸς τά ἀνθρώπινα : η ζωή του ανθρώπου έχει γυρίσματα