Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τροχίζω < → λείπει η ετυμολογία

  ΡήμαΕπεξεργασία

τροχίζω

  1. (παρωχημένο) ακονίζω σε τροχό
  2. (κατ' επέκταση) ακονίζω (κυριολεκτικά και μεταφορικά)

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τροχίζω < → λείπει η ετυμολογία

  ΡήμαΕπεξεργασία

τροχίζω

  1. δένω σε ειδικό τροχό που χρησιμοποιείται για βασανισμό
  2. (συνεκδοχικά) ταλαιπωρώ σε μεγάλο βαθμό