Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

τροχίσκος < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τροχίσκος αρσενικό

  1. μικρή ρόδα που τοποθετείται στην άκρη των ποδιών βαριών αντικειμένων, πχ. καρεκλών, για την γρήγορα κι εύκολη μετακίνησή τους
  2. στρογγυλή επιφάνεια σε μερικές ηλεκτρονικές συσκευές, όπως συσκευές mp3, που χρησιμοποιείται αντί για κουμπιά για τις λειτουργίες του
  3. χάπι ή καραμέλα (για θεραπεία)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία