Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το δευτερόλεπτο τα δευτερόλεπτα
      γενική του δευτερολέπτου
& δευτερόλεπτου
των δευτερολέπτων
& δευτερόλεπτων
    αιτιατική το δευτερόλεπτο τα δευτερόλεπτα
     κλητική δευτερόλεπτο δευτερόλεπτα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δευτερόλεπτο < (λόγιο) ελληνιστική κοινή δευτερόλεπτον (ένα εξηκοστό της μοίρας, του λεπτού), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική seconde < μεσαιωνική λατινική secundus < σημασιολογικό δάνειο από την ελληνιστική κοινή .[1] Συγχρονικά αναλύεται σε δευτερό- + λεπτό

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ðɛ.ftɛˈɾɔ.lɛ.ptɔ/
συλλαβισμός: δευ‐τε‐ρό‐λε‐πτο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δευτερόλεπτο ουδέτερο

  1. μονάδα μέτρησης του χρόνου, το ένα εξηκοστό του λεπτού
    διεθνής συντομογραφία: sec, s
  2. πολύ μικρό χρονικό διάστημα

ΤαυτόσημοΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία