Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μετρώ < → λείπει η ετυμολογία

  ΡήμαΕπεξεργασία

μετρώ

  1. αρθρώνω με την κανονική τους σειρά τους αριθμούς
    άρχισε να μετρά από το ένα μέχρι το είκοσι καθώς τα άλλα παιδιά έτρεξαν να κρυφτούν
  2. διαπιστώνω πόσα πράγματα ανήκουν σε ένα σύνολο· αναθέτω στο καθένα έναν αριθμό, αρχίζοντας με 1 και καταλήγοντας στον συνολικό αριθμό
    πριν ξεκινήσει το λεωφορείο μετά το διάλειμμα, ο οδηγός μέτρησε τους επιβάτες
  3. υπολογίζομαι, είμαι σχετικός, έχω σημασία
    Μετράει η καλή πρόθεση ή μόνο το αποτέλεσμα;
  4. με τον κατάλληλο εργαλείο διαπιστώνω την ποσότητα κάποιου πράγματος, ή το μέγεθος μιας διάστασής του
    ο ράφτης μέτρησε την απόσταση από τους ώμους μέχρι τα γόνατα

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • Δέκα μέτρα και μια κόβε


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία