Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αντισυμμετρικός η αντισυμμετρική το αντισυμμετρικό
      γενική του αντισυμμετρικού της αντισυμμετρικής του αντισυμμετρικού
    αιτιατική τον αντισυμμετρικό την αντισυμμετρική το αντισυμμετρικό
     κλητική αντισυμμετρικέ αντισυμμετρική αντισυμμετρικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αντισυμμετρικοί οι αντισυμμετρικές τα αντισυμμετρικά
      γενική των αντισυμμετρικών των αντισυμμετρικών των αντισυμμετρικών
    αιτιατική τους αντισυμμετρικούς τις αντισυμμετρικές τα αντισυμμετρικά
     κλητική αντισυμμετρικοί αντισυμμετρικές αντισυμμετρικά
όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αντισυμμετρικός < αντι- + συμμετρικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αντισυμμετρικός, -ή, -ό

  1. που δεν είναι συμμετρικός
  2. (μαθηματικά) …
  3. (φυσική) …

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία