Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ασύμμετρος ασύμμετρη ασύμμετρο
γενική ασύμμετρου ασύμμετρης ασύμμετρου
αιτιατική ασύμμετρο ασύμμετρη ασύμμετρο
κλητική ασύμμετρε ασύμμετρη ασύμμετρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ασύμμετροι ασύμμετρες ασύμμετρα
γενική ασύμμετρων ασύμμετρων ασύμμετρων
αιτιατική ασύμμετρους ασύμμετρες ασύμμετρα
κλητική ασύμμετροι ασύμμετρες ασύμμετρα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ασύμμετρος < α- (στερητικό) + σύμμετρος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ασύμμετρος, -η, -ο

  1. που δεν έχει συμμετρία
     συνώνυμα: δυσανάλογος
     αντώνυμα: σύμμετρος
  2. που δεν είναι συμμετρικός
     συνώνυμα: ασυμμετρικός
     αντώνυμα: συμμετρικός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  • ασύμμετρο άνθος:
  • ασύμμετρο δίζυγο:
  • ασύμμετροι ζυγοί:
  • ασύμμετρος αριθμός:

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία