Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αρμός οι αρμοί
      γενική του αρμού των αρμών
    αιτιατική τον αρμό τους αρμούς
     κλητική αρμέ αρμοί
όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αρμός< αρχαία ελληνική ἁρμός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αρμός αρσενικό

  1. το σημείο στο οποίο εφάπτονται δυο ή περισσότερες επιφάνειες
  2. το κενό, σχισμή, που δημιουργείται μεταξύ δυο επιφανειών που έχουν συνενωθεί
  3. οι κλειδώσεις στα κόκκαλα, η άρθρωση
  4. είδος εσωτερικού σύρτη πόρτας
  5. το ταίριασμα συγχορδιών και μελωδιών δηλαδή η αρμονία

ΥποκοριστικάΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία