Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αρμοστής οι αρμοστές
      γενική του αρμοστή των αρμοστών
    αιτιατική τον αρμοστή τους αρμοστές
     κλητική αρμοστή αρμοστές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αρμοστής <αρχ. ἁρμοστός < ἁρμόζω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αρμοστής αρσενικό

  • διπλωμάτης που αποστέλλεται από τη χώρα του, ή τον οργανισμό στον οποίο υπηρετεί, ως ανώτατος διοικητής εξαρτημένης ή υποτελούς περιοχής


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία