Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αρμολόγηση < αρμολογώ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αρμολόγηση θηλυκό

  • η σύνδεση των μερών ενός συνόλου

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία