Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

διετής < αρχαία ελληνική διετής

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

διετής, -ής, -ές (γενική διετούς)

  1. που διαρκεί δύο χρόνια
  2. που έχει ηλικία δύο χρόνων, δίχρονος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διετής < δι- + ἔτος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

διετής

  1. διετής