Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

μονοετής < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μονοετής

  1. που διαρκεί για ένα έτος
    μονοετής θητεία
  2. που ζει για ένα έτος
    το καλαμπόκι είναι μονοετές φυτό
  3. που η ηλικία του είναι ενός έτους

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία