Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τριετής < τρία + έτος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

τριετής

  1. αυτός που διαρκεί τρία έτη (τρία χρόνια), τρίχρονος
  2. αυτός που έχει ηλικία τριών ετών, τρίχρονος
  3. ο μαθητής που έμεινε στην ίδια τάξη για τρία χρόνια


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία