Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τριετία οι τριετίες
      γενική της τριετίας των τριετιών
    αιτιατική την τριετία τις τριετίες
     κλητική τριετία τριετίες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τριετία < τρι- + έτ(ος) + -ία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τριετία θηλυκό

  1. χρονικό διάστημα τριών χρόνων

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία