Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ðjɔ/

  ΑριθμητικόΕπεξεργασία

δυο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  • δείτε τη λέξη δύο

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • οι (τάδε) πάνε πάντα δυο-δυο: είναι αχώριστοι, αλληλοϋποστηρίζονται

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία