Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο δικότυλος η δικότυλη το δικότυλο
      γενική του δικότυλου της δικότυλης του δικότυλου
    αιτιατική τον δικότυλο τη δικότυλη το δικότυλο
     κλητική δικότυλε δικότυλη δικότυλο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι δικότυλοι οι δικότυλες τα δικότυλα
      γενική των δικότυλων των δικότυλων των δικότυλων
    αιτιατική τους δικότυλους τις δικότυλες τα δικότυλα
     κλητική δικότυλοι δικότυλες δικότυλα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δικότυλος < αρχαία ελληνική δικότυλος < δι- + κοτύλη

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

δικότυλος, -η, -ο

  1. (βοτανική) δικοτυλήδονος
  2. (ζωολογία) γένος θηλαστικών, που ανήκει στην οικογένεια τωνν συϊδών

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική δικότυλος δικοτύλη δικότυλον δικότυλοι δικότυλαι δικότυλα
Γενική δικοτύλου δικοτύλης δικοτύλου δικοτύλων δικοτύλων δικοτύλων
Δοτική δικοτύλῳ δικοτύλῃ δικοτύλῳ δικοτύλοις δικοτύλαις δικοτύλοις
Αιτιατική δικότυλον δικοτύλην δικότυλον δικοτύλους δικοτύλας δικότυλα
Κλητική δικότυλε δικοτύλη δικότυλον δικότυλοι δικότυλαι δικότυλα
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική δικοτύλω δικοτύλα
Γενική-Δοτική δικοτύλοιν δικοτύλαιν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δικότυλος < δι- + κοτύλη

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

δικότυλος, -η, -ο

  1. (βοτανική) δικοτυλήδονος
  2. που χωράει δύο κοτύλες
  3. (ουσιαστικοποιημένο) δικότυλον: μέτρο που μετράμε τη χωρητικότητα και ισούται με δύο κοτύλες
     συνώνυμα: δικοτύλιον