Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πολιτοφυλακή οι πολιτοφυλακές
      γενική της πολιτοφυλακής των πολιτοφυλακών
    αιτιατική την πολιτοφυλακή τις πολιτοφυλακές
     κλητική πολιτοφυλακή πολιτοφυλακές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πολιτοφυλακή < πολίτης + -ο- + φυλακή ((μεταφραστικό δάνειο) ιταλική guardia civica[1] [2]

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πολιτοφυλακή θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  1. Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. 
  2. «πολιτοφυλακή» -  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας].